Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία αιτιών που μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα ενός ζευγαριού. Η παρουσία ενός από τους παράγοντες αυτούς δεν αποκλείει την υπάρξη και κάποιου άλλου στο ίδιο ζευγάρι, ενώ κάθε παράγοντας μπορεί να έχει διαφορετική βαρύτητα κάθε φορά. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να θεωρούμε, να διερευνούμε και να αντιμετωπίζουμε την υπογονιμότητα σαν πρόβλημα του ζευγαριού και όχι του ενός ή του άλλου συντρόφου μεμονωμένα. Η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται στο γυναικείο παράγοντα ή και στον ανδρικό παραγοντά ή να είναι αγνώστου αιτιολογίας.

  • Γυναικείος παράγοντας υπογονιμότητας

     

    • Σαλπιγγικός παράγοντας
    • Ωοθηκικός παράγοντας
    • Μητριαίος παράγοντας
    • Τραχηλικός παράγοντας

     

  • Ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας

     

  • Υπογονιμότητα αγνώστου αιτιολογίας

Γυναικείος παράγοντας υπογονιμότητας

Ο γυναικείος παράγοντας μπορεί να αφορά τις σάλπιγγες, τις ωοθήκες, το ενδομήτριο, ή τον τράχηλο.

  • Σαλπιγγικός παράγοντας. Ο σαλπιγγικός παράγοντας ευθύνεται για το 30-35% των περιπτώσεων υπογονιμότητας. Η συνάντηση του ωαρίου με το σπερματοζωάριο και η γονιμοποίηση πραγματοποιούνται στην σάλπιγγα και επομένως καταστάσεις που επηρεάζουν την φυσιολογική ανατομία ή λειτουργία των σαλπίγγων οδηγούν σε υπογονιμότητα. Τέτοιες καταστάσεις είναι: 1) Οι σοβαρές λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος της γυναίκας υπό την μορφή επεισοδίων σαλπιγγίτιδας ή γενικευμένης πυελικής φλεγμονής που μπορεί να προκαλέσουν απόφραξη των σαλπίγγων, καταστροφή της φυσιολογικής δομής του τοιχώματός τους, δημιουργία υδροσαλπίγγων (διατεταμένες σάλπιγγες που είναι γεμάτες από υγρό) ή δημιουργία συμφύσεων στην πύελο οι οποίες στραγγαλίζουν και αποφράσσουν τις σάλπιγγες. 2) Η ενδομητρίωση. Πρόκειται για μια ιδιόμορφη πάθηση της γυναίκας κατά την οποίαν εστίες με σύσταση ενδομητρίου εμφανίζονται εκτός της φυσιολογικής τους θέσης (που είναι η κοιλότητα της μήτρας). Γενικά υπολογίζεται ότι στο 15-25% των υπογόνιμων γυναικών υπάρχει ενδομητρίωση, ενώ το 30-50% των γυναικών με ενδομητρίωση εμφανίζει προβλήματα γονιμότητας. Οι μηχανισμοί με τους οποίους η ενδομητρίωση μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα, έχουν αποτελέσει αντικείμενο εντατικής μελέτης. Η ενδομητρίωση μπορεί να οδηγήσει σε υπογονιμότητα μέσω πολλών μηχανισμών, μεταξύ των οποίων είναι και η διαταραχή της κινητικότητας και της μικροσκοπικής δομής των σαλπίγγων καθώς και η δημιουργία συμφύσεων στην πύελο. 3) Οι προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις στην κοιλιά(ρήξη σκωληκοειδούς απόφυσης, εξωμήτριος κύση) που είναι δυνατόν να προκαλέσουν ή την καταστροφή κάποιας σάλπιγγας ή τη δημιουργία συμφύσεων δημιουργώντας προβλήμα γονιμότητας.

     

  • Ωοθηκικός παράγοντας: Στο 15% των περιπτώσεων υπογονιμότητας αποκαλύπτεται πρόβλημα από την ομαλή λειτουργία των ωοθηκών. Πρακτικά στην κατηγορία αυτήν υπάγονται: 1) Καταστάσεις ανωοθυλακιορρηξίας κατά τις οποίες δεν πραγματοποιείται η απελευθέρωση του ωαρίου που σε φυσιολογικές συνθήκες συμβαίνει στο μέσο κάθε κύκλου. Ενδεικτικά αναφέρονται, το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, η υπερπρολακτιναιμία, το έντονο stress, η υπερβολική σωματική άσκηση, η παχυσαρκία ή αντίθετα η κακή θρέψη, διαταραχές και όγκοι του εγκεφάλου, καθώς και παθήσεις του θυρεοειδή του ήπατος και των νεφρών. 2) Καταστάσεις κατά τις οποίες, παρατηρείται ορμονική ανεπάρκεια μετά την ωοθυλακιορρηξία, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζονται οι ιδανικές συνθήκες για την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στην μήτρα. Η διαταραχή αυτή ονομάζεται ανεπάρκεια της ωχρινικής φάσης. 3)Η  έκπτωση της ωοθηκικής λειτουργίας που φυσιολογικά συμβαίνει με την πρόδο της ηλικίας (ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 35-40 ετών) με αποτέλεσμα ο αριθμός και η ποιότητα των ωαρίων να μειώνεται προοδευτικά κάνοντας δυσκολότερη τη γονομοποίησή τους. Η πρώϊμη έκπτωση της ωοθηκικής λειτουργίας σύμβαινει πολύ σπάνια(1%) και πολύ νωρίτερα(ακόμη και σε ηλικίες 25-30 ετών). Τα αίτια μπορεί να είναι αγνώστου αιτιολογίας, γενετικά ή αυτοάνοασα νοσήματα με συνέπεια η επίτευξη εγκυμοσύνης να καθίσταται σχεδόν αδύνατη.

     

  • Μητριαίος παράγοντας: Σε ένα 5-10% των περιπτώσεων υπογονιμότητας, το αίτιο εντοπίζεται στην μήτρα της γυναίκας. Εδώ περιλαμβάνονται τα ινομυώματα και οι ιδίως εκείνα που προβάλουν μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, οι ενδομητρικές συμφύσεις που παρατηρούνται συνήθως σε γυναίκες που έχουν κάνει πολλές αποξέσεις, οι σοβαρές ή υποτροπιάζουσες φλεγμονές του ενδομητρίου  και τέλος οι συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας κυρίως η διαφραγματική που μπορεί να σχετίζεται με καθ' έξιν αποβολές και υπογονιμότητα.

     

  • Τραχηλικός παράγοντας: H χρόνια τραχηλίτιδα  και η στένωση του τραχήλου που συμβαίνει κυρίως μετά από κάποια επέμβαση  μπορεί να επηρεάσει την αλληλεπίδραση μεταξύ της τραχηλικής βλέννας και του σπέρματος με αρνητική επίπτωση στη γονιμότητα. Η συμβόλη όμως του τραχηλικού παράγοντα σε προβλήματα υπογονιμότητας είναι εξαιρετικά σπάνια.

 

Ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας 
Στο 35% των ζευγαριών με προβλήματα αναπαραγωγής το αίτιο εντοπίζεται σε ανδρικό παράγοντα, στην παρουσία δηλαδή διαφόρων διαταραχών του σπέρματος. Ένα φυσιολογικό σπέρμα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της γονιμοποίησης και οι παράμετροι που αξιολογούνται σε αυτό είναι πολλοί. Κατ' αρχάς, ο αριθμός των σπερματοζωαρίων που περιέχεται στο σπέρμα πρέπει να είναι επαρκής. Εάν ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος του φυσιολογικού, η κατάσταση ονομάζεται ολιγοσπερμία, ενώ αν δεν υπάρχουν καθόλου σπερματοζωάρια μιλάμε για αζωοσπερμία. Σημαντική είναι επίσης και η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων δεδομένου ότι αυτά πρέπει να κινηθούν με τις δικές τους δυνάμεις στο γεννητικό σύστημα της γυναίκας και να διανύσουν την απόσταση μέχρι τις σάλπιγγες. Ετσι, η μειωμένη κινητικότητα των σπερματοζωαρίων που ονομάζεται ασθενοσπερμία επηρεάζει αρνητικά την γονιμοποιητική δυνατότητα του σπέρματος. Τέλος, η μορφολογία των σπερματοζωαρίων πρέπει να είναι, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό αυτών, φυσιολογική. Εκτός των παραπάνω χαρακτηριστικών των σπερματοζωαρίων, σημασία έχουν και άλλοι παράγοντες όπως ο όγκος του σπέρματος, η παρουσία φλεγμονωδών κυττάρων σε αυτό, και τέλος η ύπαρξη αντισπερμικών αντισωμάτων. Τα τελευταία προσκολλώνται στα σπερματοζωάρια επηρεάζοντας τόσο την κινητικότητα όσο και την ικανότητα τους να γονιμοποίησουν το ωάριο.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαταραχές του σπέρματος. Τέτοιες καταστάσεις είναι: Φλεγμονές των όρχεων (παρωτίτιδα), του προστάτη ή της επιδιδυμίδας, τραυματισμοί, κακώσεις ή συστροφή των όρχεων, η συγγενής ή επίκτητη απόφραξη των σωληναρίων από τα οποία διέρχονται τα σπερματοζωάρια, η κιρσοκήλη, η λήψη διαφόρων τοξικών φαρμάκων, η ακτινοβολία στους όρχεις και η κατάχρηση καπνού ή οινοπνεύματος. Διάφορες συγγενείς ανωμαλίες στα γονίδια ή τα χρωματοσώματα του άνδρα, σπάνιοι όγκοι και βλάβες του κεντρικού νευρικού συστήματος μπορεί επίσης να επηρεάσουν αρνητικά το σπέρμα. Τέλος, παροδική διαταραχή του σπέρματος μπορεί να προκαλέσει μια οξεία εμπύρετος λοίμωξη ή να εμφανισθεί σε άνδρες που δεν διατρέφονται σωστά, που ασκούνται υπερβολικά ή που φορούν στενά εσώρουχα και παντελόνια με αποτέλεσμα να αυξάνεται υπερβολικά η θερμοκρασία στην περιοχή.

Υπογονιμότητα αγνώστου αιτιολογίας 
Σε ένα 10% των υπογόνιμων ζευγαριών ο πλήρης διαγνωστικός έλεγχος τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας αποδεικνύεται απολύτως φυσιολογικός. Στις περιπτώσεις αυτές οι παράγοντες υπογονιμότητας θεωρούνται άγνωστοι ή αδιευκρίνιστοι και μιλάμε για υπογονιμότητα αγνώστου αιτιολογίας.

roussa72@